774
Ο Αλέξης Τσίπρας (δεξιά) με τον Κώστα Γαβρόγλου σε ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο κατά την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στο υπουργείο Παιδείας | Nick Paleologos / SOOC

Παιδεία: Μαθαίνοντας από τα άκρα…

Ο Αλέξης Τσίπρας (δεξιά) με τον Κώστα Γαβρόγλου σε ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο κατά την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στο υπουργείο Παιδείας
|Nick Paleologos / SOOC

Παιδεία: Μαθαίνοντας από τα άκρα…

«Η ανατρεπτική καινοτομία δεν θα έρθει από τα καλύτερα σχολεία, αλλά από το περιθώριο». Πολλές φορές δε, για να σώσεις ένα εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να το αλλάξεις τελείως

Τις φράσεις αυτές τις διάβασα πέρυσι σε μελέτη του αμερικανικού Ομίλου πληροφορικής Cisco που τιτλοφορείται «Μαθαίνοντας από τα ακραία» (Learning from the extremes).

Τα extremes είναι περιπτώσεις χωρών που χρησιμοποίησαν την εκπαίδευση ως το business plan των αποδιοργανωμένων οικονομιών τους, για να ξεφύγουν από την κρίση. Τύπους σχολείων στη Βραζιλία, στην Ινδία, στην Κένυα, στα charter schools στις ΗΠΑ που λειτουργούν παράλληλα με το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα από συλλόγους, οργανισμούς, πανεπιστήμια, αλλά και διαφορετικούς τύπους μη κερδοσκοπικών σχολείων στη Σουηδία κ.ά.

Το περίφημο σκανδιναβικό μοντέλο, τη λεγόμενη «δημοκρατική εκπαίδευση» ένα διεθνές κίνημα που δίνει μεγάλες ελευθερίες επιλογής εκπαιδευτικού μοντέλου σε μαθητές και καθηγητές, την παρέμβαση κοινωνικών επιχειρήσεων στο χώρο της εκπαίδευσης, κ.α.

Ολα αυτά βέβαια περιλαμβάνουν πολλά «αλλά», καθώς μπορεί να δημιουργούν μεγάλες κοινωνικές ανισότητες ή να γίνουν «όπλα» στα χέρια ομάδων προσηλυτισμού (π.χ. θρησκευτικού όπως τα περισσότερα charter schools στις ΗΠΑ), ωστόσο δίνουν τροφή για σκέψη.

Η «αποπροσανατολιστική καινοτομία» κατά την έκθεση της Cisco έρχεται από τα άκρα και την κοινωνική πίεση για να δημιουργηθεί ένα νέο, χαμηλού κόστους, αλλά ποιοτικό εκπαιδευτικό μοντέλο. Πώς θα γίνει αυτό; Οι συντάκτες της συστήνουν την τεχνολογία και τις νέες μορφές επιχειρηματικότητας. Οπως αναφέρουν, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να προκύψει από τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα και τα καλύτερα σχολεία, αλλά ακριβώς από εκείνα που αναζητούν λύσεις.

Τα αναφέρω αυτά για να τα συνδυάσω με τη νέα φιέστα του Πρωθυπουργού στο υπουργείο Παιδείας, προκειμένου να «επιθεωρήσει» το έργο Γαβρόγλου. Με το δεδομένο βέβαια ότι στην περυσινή του επίσκεψη στο Μαρούσι, ο Πρωθυπουργός έβαλε «άριστα» στον Νίκο Φίλη και μετά τον αντικατέστησε με συνοπτικές διαδικασίες, δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς περίμενε να ακούσει ο νυν υπουργός Παιδείας σε αυτή την επίσκεψη για να νοιώσει ασφαλής…

Ωστόσο, δεν μπορεί να μην σκεφτεί κανείς πόσο ελάχιστα επενδύει στην παιδεία αυτή η κυβέρνηση, όπως όμως και άλλες πριν από αυτήν.

Ποιο είναι το «επιχειρηματικό σχέδιο» μας, για να χρησιμοποιήσω την φράση του Γιώργου Προβόπουλου; Τι μπορούμε να «πουλήσουμε» ως εκπαιδευτικό μοντέλο στην εποχή της ψηφιακής οικονομίας, στην οποία και διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα ανά τον κόσμο αναγκάζονται να διδάξουν νέες δεξιότητες με νέους τρόπους, και διαφορετικούς στόχους;

Τι θα κόστιζε τελικά το να έδιναν και οι φοιτητές ένα ποσό της τάξης των 200 ευρώ ετησίως, το οποίο θα έδινε στα ελληνικά πανεπιστήμια πολλά εκατομμύρια ευρώ για τη λειτουργία και την αναβάθμιση τους;

Κατ αρχήν, να θυμίσω ότι δεν έχουμε καν προπτυχιακά προγράμματα στην αγγλική γλώσσα σε όλα τα ελληνικά πανεπιστήμια (αυτό για κάποιο λόγο αποτελεί αποκλειστικό «προνόμιο» του Διεθνούς Πανεπιστημίου στη Βορεια Ελλάδα). Στην πρόσφατη προσπάθεια του πανεπιστημίου Αθηνών να προσελκύσει κινέζους φοιτητές στην Ελλάδα με ένα πρόγραμμα προπτυχιακό για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και δίδακτρα, η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, έπαθε πολλαπλά εγκεφαλικά επεισόδια… Και φυσικά το «φρέναρε».

Δεν έχουμε καν λοιπόν προπτυχιακά προγράμματα στα Αγγλικά. Τα ελληνικά πανεπιστήμια αργοπεθαίνουν σε ένα ασφυκτικό εναγκαλισμό με ένα κράτος που αρνείται να τους δώσει αυτονομία (από φόβο ναι, αλλά μήπως κάποτε πρέπει να τα αφήσουμε να ενηλικιωθούν;)

Οπως έλεγε πρόσφατα ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Κρήτης και μέλος πολλών επιστημονικών συμβουλίων Αχιλλέας Γραβάνης, εφόσον ο νέος νόμος που εισηγείται η κυβέρνηση για τις μεταπτυχιακές σπουδές εισάγει τον… νομιμοποιημένο όρο «τέλος εγγραφής», τι θα κόστιζε τελικά το να έδιναν και οι φοιτητές ένα ποσό της τάξης των 200 ευρώ ετησίως, το οποίο θα έδινε στα ελληνικά πανεπιστήμια πολλά εκατομμύρια ευρώ για τη λειτουργία και την αναβάθμιση τους; Πέρα από την ιδεοληψία μας. Δεν μπορεί φυσικά κανείς να το χαρακτηρίσει δίδακτρα, ούτε όμως και «κερκόπορτα», εάν συνοδευόταν από προσεκτικά μελετημένες νομικές διατάξεις.

Προχωρώ περισσότερο. Η Ελλάδα έχει αξιόλογες εκπαιδευτικές ιδιαιτερότητες που θα μπορούσε να ενισχύσει και να προβάλλει διεθνώς. Σχολεία πειραματικά συνδεδεμένα με το πανεπιστήμιο, σχολεία σε απομονωμένες αγροτικές περιοχές που θα μπορούσαν να συνδεθούν με την τοπική οικονομία, διεθνούς φήμης ερευνητικά κέντρα όπως το ΙΤΕ της Κρήτης, τεράστια δυνατότητα στο να προσελκύσει φοιτητές αλλά και καθηγητές απ όλο τον κόσμο γύρω από το κεντρικό brand της, την Αρχαία φιλοσοφία.

Καθώς μάλιστα στις περισσότερες χώρες της ΕΕ γίνεται στροφή προς τις θετικές επιστήμες και την τεχνολογία, γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει το κέντρο πολιτισμού που θα «σηκώσει» εκ νέου τις ανθρωπιστικές και κλασικές σπουδές;

Μήπως πρέπει να τα σκεφτεί όλα αυτά ο Πρωθυπουργός πριν την επόμενη φιέστα του;

Σε περιόδους κοινωνικών κρίσεων ανά τον κόσμο εκπαιδευτικά συστήματα αναδείχθηκαν αναπάντεχα και «τράβηξαν» τη χώρα τους προς τα πάνω. Η Ελλάδα διαθέτει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα στην εκπαίδευση. Πρέπει να το αναδείξει. Και όχι να αλλάζει εκπαιδευτικό μοντέλο ανά δυο χρόνια ανάλογα με την «τυφλή» πορεία κάθε νέου υπουργού Παιδείας.

Αυτό λοιπόν πρέπει να γίνει το «ιερό δισκοπότηρο» του ελληνικού εκπαιδευτικού μοντέλου και όχι το… εξεταστικό σύστημα.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News